

Το αίτιο της ηπατίτιδας Β είναι ένας ιός, το γενετικό υλικό του οποίου αποτελείται από λίγα γονίδια, ένα από τα οποία καθώς αποκωδικοποιείται, παράγει πρωτεΐνη (αντιγόνο) που λέγεται επιφανείας ή αυστραλιανή. Η ονομασία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η πρωτείνη (αντιγόνο) παρατηρήθηκε για πρώτη φορά το 1965 στον ορό ενός ατόμου που καταγόταν από την Αυστραλία.
Σήμερα ξέρουμε ότι ο ιός μεταδίδεται διαδερμικώς με την επαφή με μολυσμένο ορό ή παράγωγα αίματος, αλλά και με τη σεξουαλική επαφή καθώς και από τη μητέρα στο νεογνό κατά την περιγεννητική περίοδο.
Η φυσική πορεία της οξείας ηπατίτιδας Β στον ενήλικα άνθρωπο τις περισσότερες φορές είναι χωρίς συμπτώματα και αυτοϊάται, ενώ σε ένα μικρό ποσοστό (5-10%) η λοίμωξη παραμένει και μεταπίπτει σε χρόνια ηπατίτιδα, η οποία με τη σειρά της μπορεί να οδηγήσει σε κίρρωση και καρκίνο του ήπατος. Σπάνια, η χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β μπορεί να εκδηλωθεί με συμπτώματα και σημεία μακράν του ήπατος, όπως σπειραματονεφρίτιδα και πολυαρτηρίτιδα.
Η συχνότητα της ηπατίτιδας Β παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις ανά γεωγραφική περιοχή. Ανεξάρτητα από τις διαφοροποιήσεις αυτές η λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα δημόσιας υγείας. Είναι χαρακτηριστικό ότι περίπου ένα εκατομμύριο άτομα πεθαίνουν κάθε χρόνο από χρόνια ηπατίτιδα Β, καθιστώντας την το 10ο αίτιο θανάτου παγκοσμίως.