skip to the content

Ιολογία

Ηπατίτιδα C

Ο ιός της ηπατίτιδας C ανακαλύφτηκε το 1989 αποκλειστικά χάρη στον κλάδο της μοριακής βιολογίας. Ο ιός της ηπατίτιδας C δεν έχει γίνει ποτέ ορατός με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. Οι γνώσεις μας για την ύπαρξή του και τη συμπεριφορά του στηρίζονται σε ευαίσθητες εργαστηριακές τεχνικές μοριακής βιολογίας.

Πριν από την ανακάλυψη του ιού της ηπατίτιδας C, είχε παρατηρηθεί μια μορφή λοιμώδους ηπατίτιδας που επειδή ήταν διαφορετική με τις μέχρι τότε γνωστές ηπατίτιδες Α και Β, αναφερόταν ως «ηπατίτιδα μη A, μη B». Τα άτομα με τη συγκεκριμένη νόσο παρουσίαζαν κλινικές ή εργαστηριακές ενδείξεις ηπατίτιδας, χωρίς όμως ενδείξεις λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτιδας Α ή της ηπατίτιδας Β.

Μελέτες σε ασθενείς με ηπατίτιδα «μη A, μη B» κατέδειξαν μια σχέση μεταξύ της νόσου και πρόσφατου ιστορικού μετάγγισης αίματος ή χρήσης ενδοφλέβιων ναρκωτικών, και το 1989 οι επιστήμονες εντόπισαν τον ιό της ηπατίτιδας C ως τον υπεύθυνο παράγοντα. Η ανακάλυψη τουλάχιστον έξι διαφορετικών στελεχών (γονότυπων) του ιού της ηπατίτιδας C περιπλέκει ακόμα περισσότερο την εικόνα.

Η οξεία λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα και για αυτό σπάνια διαγιγνώσκεται. Η πλειονότητα των ατόμων με χρόνια λοίμωξη δεν μπορούν να θυμηθούν κάποιο οξύ επεισόδιο ίκτερου ή ηπατικής νόσου. Ορισμένα άτομα παρουσιάζουν μη ειδικά συμπτώματα κατά το χρόνο της οξείας λοίμωξης, αλλά δεν τα συνδέουν με ηπατική νόσο.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τον ιό της ηπατίτιδας C είναι ότι η λοίμωξη γίνεται χρόνια σε μεγάλο ποσοστό (80%) των κρουσμάτων. Ακόμη και στην φάση της χρόνιας λοίμωξης τα συμπτώματα είναι ελάχιστα. Αρκετοί άνθρωποι, φαινομενικά υγιείς δεν έχουν ιδέα ότι έχουν μολυνθεί από τον ιό αν και παρουσιάζουν σοβαρή βλάβη στο ήπαρ. Για το λόγο αυτό μερικές φορές η χρόνια ηπατίτιδα C αποκαλείται και «σιωπηλή» νόσος.

Ένας στους πέντε από όσους πάσχουν από χρόνια ηπατίτιδα C αναπτύσσει μεγάλο βαθμό φλεγμονής και ίνωσης στο ήπαρ, δηλαδή κίρρωση ήπατος, η οποία είναι μια πολύ σοβαρή βλάβη καθώς μπορεί να οδηγήσει σε ηπατική ανεπάρκεια και ηπατοκυτταρικό καρκίνο. Η ταχύτητα με την οποία επέρχεται η ηπατική βλάβη εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως είναι ο τύπος του ιού της ηπατίτιδας C, η ηλικία, το φύλο και η χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών.