

Η οστεοπόρωση είναι μια νόσος που χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική μάζα και αλλοίωση του οστίτη ιστού. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε ευθραυστότητα των οστών, μειωμένη ανθεκτικότητα και επακόλουθη αύξηση του κινδύνου εμφάνισης καταγμάτων.
Η οστεοπόρωση αναφέρεται ως μια σιωπηλή (ασυμπτωματική) νόσος, διότι οι ασθενείς δεν μπορούν να αισθανθούν ή να αντιληφθούν ότι τα οστά τους γίνονται όλο και πιο αδύναμα καθώς εξελίσσεται η νόσος. [1] Συνήθως, η διάγνωση ενός ασθενούς με τη χρόνια αυτή νόσο δε γίνεται παρά μόνο μετά από την εμφάνιση ενός σχετιζόμενου με την οστεοπόρωση κατάγματος κατάγματος. Τα οστεοπορωτικά κατάγματα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στους ασθενείς, όσον αφορά:
Εκτός από τις επιπτώσεις στον ίδιο τον άνθρωπο, το οικονομικό κόστος της οστεοπόρωσης είναι τεράστιο. Υπολογίζεται ότι, σε παγκόσμιο επίπεδο, μία στις τρεις γυναίκες και ένας στους πέντε άνδρες ηλικίας άνω των 50 ετών πάσχουν από οστεοπόρωση. [2] Μόνο στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, το συνολικό κόστος για τη θεραπεία των οστεοπορωτικών καταγμάτων σε αυτούς τους ασθενείς υπολογίζεται να ξεπερνά τα 27 δισεκατομμύρια δολάρια.
Επισήμανση: Οι πληροφορίες που θα βρείτε εδώ δε συνιστούν προτροπή χρήσης οποιουδήποτε σκευάσματος ή θεραπευτικής αγωγής. Συμβουλευτείτε το γιατρό σας πριν τη λήψη κάθε φαρμάκου.