

Δυστυχώς δεν υπάρχει εμβόλιο για την πρόληψη της ηπατίτιδας C. Οι επιστήμονες δεν είναι ιδιαίτερα αισιόδοξοι για την ανάπτυξη εμβολίου στο εγγύς μέλλον καθώς ο ιός (HCV) μεταλλάσσεται εξαιρετικά γρήγορα. Λόγω του ταχύτατου ρυθμού μετάλλαξης του HCV, οι επιστήμονες δυσκολεύονται να δημιουργήσουν σταθερές καλλιέργειες του ιού μέσα στις οποίες θα αναπτυχθεί το εμβόλιο. Η ανάπτυξη εμβολίου κατά του HCV καθίσταται ακόμα δυσκολότερη εξαιτίας του γεγονότος ότι υπάρχουν περισσότεροι από έξι γονότυποι του HCV.
Το πιο αποτελεσματικό προληπτικό μέτρο είναι η αποφυγή επαφής με το αίμα άλλων μολυσμένων ατόμων και η ενημέρωση των ομάδων υψηλού κινδύνου (π.χ. χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών).
Ο ιός της ηπατίτιδας C κυκλοφορεί με το αίμα και η ηπατίτιδα C είναι μια μεταδοτική νόσος. Πριν από την καθιέρωση του προληπτικού προαιμοδοτικού ελέγχου για την ανίχνευση του ιού της ηπατίτιδας C, η πλειονότητα των ασθενών μολυνόταν μέσω μολυσμένου αίματος (π.χ. από μεταγγίσεις). Μετά την εφαρμογή του ελέγχου των αιμοδοτών η κύρια οδός μετάδοσης είναι η χρήση κοινής σύριγγας ή άλλων αντικειμένων από τους χρήστες ενέσιμων ναρκωτικών. Παρόλα αυτά, στο 30% περίπου των περιπτώσεων λοίμωξης από ηπατίτιδα C η οδός της μόλυνσης είναι άγνωστη.
Όλοι όσοι έχουν μολυνθεί από τον ιό της ηπατίτιδας C είναι δυνητικοί φορείς μετάδοσης της νόσου και ως τέτοιοι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Αρκετά προληπτικά μέτρα μπορούν να αποτρέψουν την εξάπλωση της ηπατίτιδας C.
Προφυλάξεις:
Η πρόληψη της ηπατίτιδας Β στηρίζεται στην ενημέρωση και στην προφύλαξη. Η ενημέρωση αφορά στη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και διαβίωσης, τη σχολαστική τήρηση των κανόνων υγιεινής από τα άτομα που εκτίθενται επαγγελματικά, την ευαισθητοποίηση των ομάδων υψηλού κινδύνου και τις οδηγίες σεξουαλικής συμπεριφοράς. Η προφύλαξη (ή ανοσοπροφύλαξη) έναντι της ηπατίτιδας Β διακρίνεται σε παθητική και ενεργητική.
Η παθητική προφύλαξη γίνεται με τη χορήγηση υπεράνοσου γ-σφαιρίνης. Χορηγείται σε νεογνά μητέρων με χρόνια ηπατίτιδα Β αμέσως μετά τον τοκετό καθώς και σε άτομα που δεν έχουν εμβολιασθεί και έρχονται σε επαφή με τον ιό (π.χ. τρύπημα βελόνας, σεξουαλική επαφή). Πρέπει να χορηγείται το συντομότερο δυνατόν μετά από μια τέτοια επαφή πριν από τη χορήγηση του εμβολίου. Προσφέρει ανοσία σε ποσοστό 70-75% για τουλάχιστον 3 μήνες.
Η ενεργητική προφύλαξη βασίζεται στον εμβολιασμό. Το εμβόλιο χορηγείται σε τρεις δόσεις. Η δεύτερη γίνεται ένα μήνα μετά την πρώτη και η τρίτη 6 μήνες μετά την πρώτη. Στην Ελλάδα ο εμβολιασμός είναι υποχρεωτικός στα βρέφη και στους εφήβους.
Ο εμβολιασμός μπορεί να προλάβει τη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β και να οδηγήσει στην πρόληψη του καρκίνου του ήπατος που οφείλεται στην ηπατίτιδα Β. Οι πληθυσμοί που θα έπρεπε να υποβάλλονται σε εμβολιασμό κατά της ηπατίτιδας Β είναι άτομα με υψηλό κίνδυνο έκθεσης στον ιό λόγω της εργασίας τους, ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, όλοι οι ασθενείς με άλλες χρόνιες νόσους του ήπατος (π.χ. χρόνια ηπατίτιδα C), άτομα που ζουν σε στενή επαφή με πάσχοντες από χρόνια ηπατίτιδα B, και μωρά που γεννιούνται από μητέρες με ηπατίτιδα Β.